ευάντης

εὐάντης, εὔαντες και εὐαντής, -ές (Α)
1. ευκολοσυνάντητος, ευπρόσιτος, ευκολοπλησίαστος
2. ευμενής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -άντης (πρβλ. εξ-άντης, αν-άντης, προσ-άντης) < θ. -αντ-εσ- < *αντ- (πρβλ. άντα, άντην, αντί)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Evantia, S. (1) — 1S. Evantia, M. (2. Juni). Vom Griech. εὐάντης = dem man gern begegnet; gütig, freundlich, angenehm etc. – Diese hl. Evantia war eine Martyrin zu Rom. Ihre große Gesellschaft findet sich bei S. Secundus …   Vollständiges Heiligen-Lexikon

  • ευάντητος — εὐάντητος, ον (ΑΜ) [ευάντης] ευπρόσδεκτος αρχ. 1. ευκολοπλησίαστος, ευπρόσιτος 2. ευμενής …   Dictionary of Greek

  • ευαντώ — εὐαντῶ, έω (Α) [ευάντης] (ποιητ. τ.) συναντώ με ευχαρίστηση κάποιον …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.